συγγράφω

συγγράφω
пишу, сочиняю

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "συγγράφω" в других словарях:

  • συγγράφω — συγγράφω, συνέγραψα βλ. πίν. 13 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συγγράφω — σύγγραφος inscribed list fem nom/voc/acc dual σύγγραφος inscribed list fem gen sg (doric aeolic) συγγράφω write pres subj act 1st sg συγγράφω write pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγράφω — ΝΜΑ [γράφω] γράφω έργο σε πεζό λόγο, συνθέτω σύγγραμμα (α. «συνέγραψε τα απομνημονεύματά του» β. «οἱ ἰατροι συγγράφουσι περὶ ὑγιείας», Πλάτ.) νεοελλ. 1. συντάσσω κείμενο 2. (αμτβ.) είμαι συγγραφέας αρχ. 1. σημειώνω, καταγράφω 2. περιγράφω («τὸ… …   Dictionary of Greek

  • συγγράφω — συνέγραψα, συγγράφηκα, γράφω έργο λογοτεχνικό ή επιστημονικό: Συγγράφει τα απομνημονεύματά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξυγγεγραμμένα — συγγράφω write perf part mp neut nom/voc/acc pl ξυγγεγραμμένᾱ , συγγράφω write perf part mp fem nom/voc/acc dual ξυγγεγραμμένᾱ , συγγράφω write perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξυγγράψω — συγγράφω write aor subj act 1st sg συγγράφω write aor ind mid 2nd sg (epic ionic) συγγράφω write fut ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγεγραμμένα — συγγράφω write perf part mp neut nom/voc/acc pl συγγεγραμμένᾱ , συγγράφω write perf part mp fem nom/voc/acc dual συγγεγραμμένᾱ , συγγράφω write perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγράφετε — συγγράφω write pres imperat act 2nd pl συγγράφω write pres ind act 2nd pl συγγράφω write imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγράφῃ — συγγράφω write pres subj mp 2nd sg συγγράφω write pres ind mp 2nd sg συγγράφω write pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγράψει — συγγράφω write aor subj act 3rd sg (epic) συγγράφω write fut ind mid 2nd sg συγγράφω write fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγράψουσι — συγγράφω write aor subj act 3rd pl (epic) συγγράφω write fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συγγράφω write fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»